Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!
 
NEWSLETTER
 
| Text size
   

Billboard Greek AirplayΠαπαρίζου Έλενα
Baby It's Over
Billboard Hot 100Carly Rae Jepsen
Call Me Maybe
Billboard 200Linkin Park
Living Things
Dance Club SongsEva Simons
I Don't Like You
MTV Hit ListRihanna
Where Have you Been

SMOTHER



Αγάπησα τους Wild Beasts από την πρώτη στιγμή που τους άκουσα. Ήταν το The Devil’s Crayon το τραγούδι που έκανε ποδαρικό στα αδηφάγα αυτάκια μου και πραγματικά έμεινα με ανοιχτό το στόμα ακούγοντας τον ήχο που είχαν να προτείνουν και σαγηνευμένος απ’ τον τρόπο που το έκαναν. Δεν είναι ότι δεν είχα ξανακούσει κάτι παρόμοιο – θα ήταν κουτός όποιος ισχυριζόταν κάτι ανάλογο, ο τρόπος ερμηνείας κατ’ αρχήν στο συγκεκριμένο κομμάτι έμοιαζε κλεμμένος απ’ ευθείας από τον Edwyn Collins – αλλά κάτι στο συνολικό τους στυλ ήταν τόσο εθιστικό που ήρθε και κόλλησε στο μυαλό μου σαν τσίχλα και δεν έλεγε να φύγει από εκεί. Παραδέχομαι ότι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνα για την κατάστασή μου ήταν τα διπλά φωνητικά των Hayden Thorpe και Tom Fleming που έδεναν τόσο απίστευτα μεταξύ τους όταν αποφάσιζαν να κατέβουν μαζί στο στίβο της μάχης, ειδικά όμως το φαλτσέτο του πρώτου είναι που κάνει τελικά όλη τη διαφορά, κερδίζει τις εντυπώσεις και αποχωρεί θριαμβευτής από την αρένα με τα λιοντάρια έχοντας ελάχιστες αμυχές.

 

Το φαλτσέτο αυτό, η απτή απόδειξη του τι μπορεί να πάθει κανείς που έχει υποστεί, εάν όχι αληθινό, τότε σίγουρα εικονικό ευνουχισμό, είναι ταυτόχρονα η δύναμη και η αδυναμία των Wild Beasts. Είναι το σημείο εκείνο που δύναται να απωθήσει κάποιον από τη μουσική του συγκροτήματος (γιατί ας είμαστε ρεαλιστές, δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο να ακούς κι ακόμη περισσότερο να σου αρέσει, μια οπερετική ας το πούμε φωνή σαν τη δική του στα πλαίσια μιας κατά βάση ποπ δημιουργίας, ακόμη κι αν αυτή είναι έντεχνου χαρακτήρα) αλλά κι εκείνο στο κάτω κάτω που σου μένει κι αγαπάς στο γκρουπ. Η μουσική τους αυτή καθ’ αυτή είναι σίγουρα καλή – δεν τίθεται δηλαδή θέμα κάλυψης των δυνατοτήτων του γκρουπ να γράφει εξαιρετικά τραγούδια με φτηνά τρυκ αυτού του τύπου – πολλές φορές μάλιστα τόσο καλή που θεωρείς ότι θα τη λάτρευες ακόμη κι αν τα φωνητικά τελικά αναλάμβανε ο Eminem με την εκνευριστική ένρινη χροιά του.

 

<

 

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, οι Wild Beasts κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ που άκουσα εξαντλητικά και πέρασα περίφημα μαζί τους και τα έβαλα στις λίστες με τα καλύτερα άλμπουμ της χρονιάς επειδή έτσι τα θεώρησα προσωπικά κι ίσως να ήταν αντικειμενικά μιλώντας, αν το δω υποκειμενικά το ζήτημα. Αδημονούσα δε να ακούσω το νέο τους που μόλις έσκασε μύτη διαδικτιακά και θα το κάνει και σαν αντικείμενο στα δισκοπωλεία, μην αμφιβάλλετε καθόλου γι’ αυτό. Ήδη πολλοί μίλησαν για ένα νέο αριστούργημά τους, αλλά εγώ σαν πιο ψύχραιμος που είμαι και σαν κάποιος που είναι πάντοτε αυστηρότερος με τις μουσικές που του αρέσουν και τα συγκροτήματα και τους καλλιτέχνες που τις παράγουν, αφήστε με να σας πω μια άλλη άποψη.

 

Δεν είναι δυνατόν να σου αρέσουν οι Wild Beasts και να μη νοιώσεις ότι όλα όσα διαδραματίζονται στο Smother τα έχεις ξανακούσει από τους ίδιους και μάλιστα καλύτερα. Ο δίσκος έχει κάποιες καλές συνθέσεις αλλά σε γενικές γραμμές είναι τόσο μία από τα ίδια ώστε μου φάνηκε σχεδόν κατόρθωμα να τον ακούσω μέχρι το τέλος του. Όλα ήταν τόσο γνώριμα στο κύλισμα της μουσικής του, οι μελωδίες ήταν ξανατραγουδισμένες, η φωνή κλασικά καστράτο, ακόμη και τα τύμπανα – πολύ χαρακτηριστικά, δίνουν στον ήχο τους μια άλλη διάσταση – νόμισα ότι τα παίζω εγώ…Κρίμα ρε παιδιά! Καταλαβαίνω ότι όταν έχεις έναν προσωπικό ήχο είναι μάλλον απίθανο να κάνεις κάτι διαφορετικό, ειδικά όταν αυτό που κάνεις έχει βρει ένα συγκεκριμένο στόχο στο ακροατήριό σου και δε λέει να το παραμερίσεις για κάτι άλλο. Μα απ’ την άλλη δεν γίνεται να δίνεις συγχωροχάρτι σε όποιον δεν κάνει κάτι να προάγει την Τέχνη του και κατ’ επέκταση τη δική σου ακουστική απόλαυση. Δεν μπορώ να πω πάντως ότι δεν περάσαμε καλά όσο είμαστε μαζί…

 

 

Εφόσον όμως είμαστε στο θέμα των Wild Beasts κι επειδή θέλουμε να μαθαίνουμε και τίποτα, πέρα από το να θυμόμαστε και κάτι (και τούμπαλιν), να πληροφορήσουμε εδώ το διψασμένο για γνώση αναγνωστικό μας κοινό ότι παλιότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 πιο συγκεκριμένα, λειτουργούσε επίσης ένα σχήμα με το όνομα Wild Beasts. Τετραμελής μπάντα από το Bristol, κυκλοφόρησαν δύο επτάιντσα μονάχα πριν σκορπίσουν στους τέσσερις ανέμους και τους πέντε δρόμους. Το πρώτο τους ep είχε τον τίτλο Life Is A Bum και το είχε τυπώσει η ετικέτα Warped σε χίλιες κόπιες ενώ η επόμενή τους προσπάθεια ήταν το Minimum Maximum για την Fried Egg Records, μια από τις σημαντικότερες ανεξάρτητες ετικέτες της πόλης. Η πρώτη πλευρά αποτελούσε ένα τυπικό δείγμα power pop της περιόδου, με άρωμα από τα 60s και μία σπιρτάδα συνθετική που έφερνε στο μυαλό άλλους συναδέλφους τους όπως τους Vapors και τους Yachts. Στη δεύτερη πλευρά συναντάμε το Another Noun με ελαφρώς πιο πανκ ήχο, τίποτε το σπουδαίο πάντως και στις δύο περιπτώσεις. Το κομμάτι της πρώτης πλευράς μπορεί κανείς να βρει και στο άλμπουμ - συλλογή της ετικέτας που το κυκλοφόρησε E(gg)clectic (αυτό, αν είναι διατεθειμένος να ψάξει την κόπια βινυλίου που βγήκε ένα χρόνο αργότερα και για το ψάξιμό του αυτό θα αποζημιωθεί με επιπλέον κομμάτια από τα υπόλοιπα επτάιντσα που κυκλοφόρησε η Fried Egg τη διετία 1979-1980), ενώ αν ενδιαφέρεστε να μάθετε περισσότερα για τη σκηνή του Bristol εκεί στα τέλη των 70s / αρχές των 80s, θα σας πρότεινα και μία άλλη συλλογή, την Avon Calling, που έχει επανεκδοθεί και σε cd από την Cherry Red κι έχει επαυξηθεί μάλιστα σε διπλό δίσκο με πολλά κομμάτια ακόμα από τον κατάλογο της άλλης αξιόλογης εταιρίας της πόλης, της Heartbeat. Το αξιοσημείωτο, τέλος, στην περίπτωση των (παλιών) Wild Beasts είναι ότι ένα από τα μέλη τους, ο μπασίστας Andy Franks έγινε αργότερα περιζήτητος tour manager και δούλεψε για λογαριασμό των Depeche Mode, Robbie Williams και Coldplay, ενώ ο ντράμερ συνέχισε πιο ταπεινά τη ζωή του και διευθύνει ακόμη τα στούντιο ηχογραφήσεων Sound Conception, πάντα εκεί κάτω στο μαρτυρικό Bristol.

 

 

Άσχετο #2: είχαμε πει τις προάλλες για το πώς έμοιαζαν τα εξώφυλλα των Erland & The Carnival και των Does It Offend You Yeah? εδώ. Ας δούμε ένα ακόμη παράδειγμα που είναι και πιο κοντά στο σπίτι μας που λένε. Για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου δεν έχω να πω πολλά, καλώς ή κακώς. Απολαμβάνει το σεβασμό πολλών και την αντιπάθεια ελάχιστων απ’ ότι έχω αντιληφθεί, που σημαίνει ότι πρέπει να είναι καλός. Εγώ πάντως δεν τον «έχω». Εκείνο που έχω σίγουρα είναι μία υγιή ψύχωση με το καλλιτεχνικό μέρος της δισκογραφίας και δεν μπόρεσα να μην παρατηρήσω ότι ο νέος του δίσκος, ο «Ελάχιστος Εαυτός», έχει κάτι παραπάνω από μία απλή ομοιότητα ως προς το εξώφυλλό του με έναν άλλο δίσκο, εκείνον του Καναδού Eric Chenaux με τίτλο Dull Lights. Προσέξτε όμως, στη βινυλιακή του μορφή, το cd έχει διαφορετικά χρώματα. Και τα δύο έχουν κυκλοφορήσει από την αγαπητή Constellation και παραθέτουμε εδώ τα επίμαχα εξώφυλλα για να δείτε κι εσείς αν όντως ισχύει ο ισχυρισμός μας ή είναι η ιδέα μας…

 


Deprecated: Function strftime() is deprecated in /home/mystery/public_html/scripts/functions.php on line 373

Deprecated: Function strftime() is deprecated in /home/mystery/public_html/scripts/functions.php on line 374
Ενημέρωση: 27-05-2011