Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!
 
NEWSLETTER
 
| Text size
   

Billboard Greek AirplayΠαπαρίζου Έλενα
Baby It's Over
Billboard Hot 100Carly Rae Jepsen
Call Me Maybe
Billboard 200Linkin Park
Living Things
Dance Club SongsEva Simons
I Don't Like You
MTV Hit ListRihanna
Where Have you Been

Οι τριαντάρηδες και οι επτά ζωές της Σύλβια Πλαθ



«Κι εγώ μια χαμογελαστή γυναίκα.

Είμαι μόλις τριάντα.

Και σαν την γάτα μπορώ να χάσω τη ζωή μου εφτά φορές»

 

-Σύλβια Πλαθ, Λαίδη Λάζαρος

 

(Sylvia Plath, Ποιήματα, Κέδρος, 2003, μτφρ. Κατερίνα και Ελένη Ηλιοπούλου)

 

 

Το 2001 ο αμερικανός τραγουδοποιός Ryan Adams απείχε ακόμα τρία χρόνια από το να κλείσει τα τριάντα. Όπως όμως συμβαίνει συχνά στους ανθρώπους που βρίσκονται στα late twenties τους, τα τριάντα φαντάζουν ως ένα τέλος, ένα από τα πολλά τέλη που συμβολικά επιλέγουμε για να οριοθετήσουμε τη ζωή μας, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιό της. Για τη γυναίκα όμως, την οποία ο Adams ύμνησε στο άλμπουμ του Gold, που κυκλοφόρησε εκείνη τη χρονιά, τα τριάντα ήταν το πραγματικό τέλος. Ένα χειμωνιάτικο πρωινό, η αμερικανίδα ποιήτρια Σύλβια Πλαθ έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο και συνάντησε το δημιουργό της, λυτρωμένη από τη βασανισμένη της ζωή και το βασανισμένο της μυαλό. Δεν ήταν η πρώτη φορά που δοκίμαζε να αυτοκτονήσει. Δεν ήταν κάτι απρόσμενο. Η εξομολογητική ποίηση της Πλαθ προετοίμαζε όποιον ερχόταν σε επαφή μαζί της για αυτό που αργά ή γρήγορα θα συνέβαινε. Και ίσως, η πιο ταιριαστή στιγμή για να συμβεί, να ήταν εκείνον τον δριμύ Φλεβάρη του 1963, όταν χωρισμένη πια, βρέθηκε με τα δυο της παιδιά σε τρομερές οικονομικές δυσκολίες, μόνη στο παγωμένο Λονδίνο, έχοντας κλείσει μόλις τα τριάντα.

 

Στο διήγημα των παθών της ζωής μας, αυτή είναι, ίσως, η πιο χαρακτηριστική ηλικία μετά τα χρόνια του Χριστού. Είναι η ηλικία όπου το κάλεσμα για δημιουργία σε έναν άνθρωπο ακούγεται πιο ισχυρό από ποτέ. Είναι η ηλικία όπου η ανάγκη να μιλήσεις εσύ για τον κόσμο μέσα απ’ το δικό σου στόμα σου καίει το μυαλό και τα πάντα γύρω. Για την ταλαντούχα ποιήτρια, αυτά τα τριάντα ήταν το μεγάλο τέλος εκεί που για τους περισσότερους είναι, υποτίθεται, η μεγάλη αρχή. «Το να πεθαίνεις Είναι μια τέχνη, όπως και καθετί άλλο. Εγώ το κάνω εξαιρετικά καλά. Έτσι όπως το κάνω είναι σαν κόλαση. Έτσι όπως το κάνω μοιάζει αληθινό. Μπορείς να πεις ότι έχω το χάρισμα».

 

 

Γράφτηκε για την Generation X ότι δεν ήθελε να αλλάξει τον κόσμο. Άλλαξε, όμως, τον τρόπο που οι υπόλοιποι άρχισαν να τον βλέπουν και κανείς δεν μπορεί να πει πως αυτό είναι μια μικρή υπόθεση. Οι τελευταίοι της Generation X - που τα βιβλία οριοθετούν μεταξύ 1965 και 1981 - φαίνονταν έτοιμοι από καιρό. Είχαν κάνει το ζέσταμά τους, είχαν ξεκινήσει να τρέχουν, σε λίγο θα 'βρισκαν ταχύτητα και ρυθμό και θα χάνονταν κάπου στο βάθος, ρίχνοντας τη σκόνη τους στις παλιές φωτογραφίες, έτοιμοι να σπάσουν επιδόσεις και ρεκόρ που οι παλιότεροι θεωρούσαν στοιχειωμένα. Οι σημερινοί τριαντάρηδες είχαν τα φόντα για να μπουν με αξιώσεις στον στίβο της δημιουργίας και να βγουν θριαμβευτές. Γνώση, λάμψη, ταλέντο, ανθρωπιά, είχαν ταιριάξει σε μια γενιά έτοιμη να σηκωθεί πολύ ψηλότερα απ’ το λίγο ψηλότερα που τραγούδησαν οι γονείς της. Δεν ήταν οι σπουδές, οι γλώσσες, τα ταλέντα των μικροαστικών προσδοκιών αλλά η λαχτάρα για ζωή και δημιουργία. Ξάφνου όμως, σε μια στροφή, ένας μεγάλος φούρνος ανοίχτηκε μπροστά τους, απειλητικός, ένα αδιέξοδο απ’ το οποίο κανείς ακόμα δεν ξέρει αν μπορεί να βγει. Κανείς δεν θέλει στα αλήθεια να χώσει το κεφάλι του εκεί μέσα και να ανοίξει το γκάζι. Και κανείς δεν θέλει να σταματήσει να τρέχει. Όλα μοιάζουν σταματημένα και αποπνικτικά. «Θέλω να είμαι ελεύθερη... Νομίζω πως θέλω να είμαι πάνσοφη... Νομίζω πως θέλω να αυτοαποκαλούμαι "Το κορίτσι που ήθελε να γίνει θεά". Αν δεν ήμουν όμως κλεισμένη μέσα σε αυτό το σώμα, πού θα ήμουν - ίσως τελικά να είναι η μοίρα μου να ταξινομηθώ και να αξιολογηθώ. Μα, φωνάζω με όλη μου τη δύναμη εναντίον του. Εγώ είμαι ο εαυτός μου - Είμαι ισχυρή - μέχρι ποιο σημείο όμως; Εγώ είμαι ο εαυτός μου».

 

Η Πλαθ αναγνωρίστηκε μετά το θάνατο της για την ιδιαίτερη ποίησή της: ωμή και αληθινή, ανθρώπινη, γεμάτη εμμονές και φόβους, βαθιά επηρεασμένη από την προσωπική της ζωή αλλά και από τον κόσμο γύρω της. Ο σύζυγος που την πρόδωσε, η φιγούρα του αυταρχικού πατέρα, η αγάπη της για τα παιδιά της, η ζήλια της για την όμορφη ερωμένη του άνδρα της, ο ανταγωνισμός με τον ποιητή-άνδρα της, ο μεγάλος τους έρωτας, η πανταχού παρούσα ιδέα του θανάτου, ο εγκλεισμός της στο ψυχιατρείο, το χιούμορ της, οι πολλές μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητάς της, η τελειομανία της, το κυνήγι των επιδόσεων, ο φόβος της αποτυχίας αλλά και σε συλλογικό επίπεδο, η ανάγκη της γυναίκας να βγει στον κόσμο ανεξάρτητη και ισότιμη, η κατάκτηση της ελευθερίας σε κάθε της διάσταση, ο εγκλωβισμός στο ψεύτικο αμερικανικό όνειρο, η σύγκρουση με τις προσδοκίες των άλλων, η απόγνωση του να είσαι πάντα ο καλύτερος, η απόγνωση του να είσαι μόνος, η διαρκής αναζήτηση μιας ταυτότητας είναι όλα αυτά που έκαναν την Πλαθ να γράφει ποιήματα εξομολογητικά. Να θέλει να μοιράζεται τις εμπειρίες, να κραυγάζει για βοήθεια, όπως μόνο μπορεί να κάνει κάποιος που πασχίζει να ξορκίσει τους εφιάλτες στο μυαλό του. Έστω κι αν στο τέλος η κραυγή του - η κραυγή της - δεν ακούστηκε πιο μακριά από το τελευταίο της βήμα της σε μια παγωμένη κουζίνα, εκεί που αποφάσισε να βάλει τέλος. «I told him I believed in hell, and that certain people, like me, had to live in hell before they died, to make up for missing out on it after death, since they didn't believe in life after death, and what each person believed happened to him when he died», έγραψε στο μοναδικό της μυθιστόρημα, The Bell Jar, που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον με το ψευδώνυμο Victoria Lucas. Ο κόσμος γύρω της ήταν ένας ψυχρός πόλεμος με τον εαυτό της.

 

 

Υπάρχουν στιγμές που η Σύλβια Πλαθ κατεβαίνει στη γη. Όπως τότε σε εκείνον τον δίσκο του 2001 που ο Ryan Adams ευχόταν να έχει στο πλάι του μια Σύλβια Πλαθ να αποκοιμηθεί μαζί της σε μια βάρκα, να κολυμπήσει ύστερα γυμνός μαζί της κάτω από τη βροχή, κι αυτή να απομακρύνεται κλείνοντάς του το μάτι και λέγοντάς του ότι όλα θα πάνε καλά. Ή, όπως το 2009, όταν ο γιος της Nicholas, που τον είχε αφήσει μόλις ενός χρόνου έξω από εκείνη την κουζίνα και τώρα είχε γίνει ένας διακεκριμένος ερευνητής - βιολόγος, κρεμάστηκε στο σπίτι του στην Αλάσκα μην αντέχοντας την κατάθλιψή του. «O love, how did you get here? O embryo.. In you, ruby. The pain You wake to is not yours», του είχε ψιθυρίσει στο Nick and the Candlestick, ένα από τα τελευταία της ποίηματα.

 

Κάποτε κατεβαίνει και στα μέρη μας, εκεί που οι τελευταίοι μιας γενιάς, που την είπαν X, τρέχουν να βρουν τη δική τους ταυτότητα, παλεύοντας με θεούς και δαίμονες. Κάθε φορά που κάποιος από τη γενιά μας κλείνει τα τριάντα η Σύλβια Πλαθ απλώνει το χέρι της, μάς τραβάει, μάς απομακρύνει από το στόμα του φούρνου που χάσκει έτοιμο να μας καταπιεί. Γιατί η γενιά μας μπορεί να μην κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο, ούτε να νικήσει τον θάνατο, κατάφερε, όμως, να αλλάξει τον τρόπο που οι άλλοι κι εμείς τον βλέπουμε. Στους δικούς μας δύσκολους χειμώνες, η παραίτηση δεν είναι λύτρωση αυτού που φεύγει μα το ανεξίτηλο σημάδι σ’ αυτούς που αφήνει πίσω. Έξι μέρες πριν το θάνατό της έγραψε το ποίημα «Edge». «Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί. Το νεκρό κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης. Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας ρέει στις πτυχές της τηβέννου της. Τα εκτεθειμένα της πόδια φαίνονται να λένε: ως εδώ φτάσαμε, αρκεί». Η «Ελληνική αναγκαιότητα» της τριαντάχρονης Πλαθ ήταν η γνώση και οι «πτυχές της τηβέννου» το έργο της, το παράθυρο στον κόσμο μιας γυναίκας που σταμάτησε να δημιουργεί στα τριάντα της. Η «Ελληνική αναγκαιότητα» των σημερινών τριαντάρηδων που παλεύουν να μη σταματήσουν να δημιουργούν είναι μια Σύλβια Πλαθ, σαν εκείνη που ήθελε ο Ryan Adams. Για να τους πει ότι όλα θα πάνε καλά. Και πως σαν τις γάτες, μπορούμε να χάσουμε τη ζωή μας εφτά φορές.

 

Ενημέρωση: 31-05-2011